Πότε χρειάζεται να επισκεφτεί κανείς ψυχολόγο;
Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί λόγοι να επισκεφτεί κανείς έναν ψυχολόγο/ψυχοθεραπευτή – αυτοί είναι τόσοι, όσοι και οι ίδιοι οι θεραπευόμενοι. Μια απλή απάντηση είναι «όταν κάποιος δεν αισθάνεται καλά ψυχολογικά». Είναι καλό κάποιος να αναζητήσει ψυχοθεραπεία όταν νιώθει ότι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα προβλήματα και τις δυσκολίες που ανακύπτουν στη ζωή του δεν είναι πια επαρκής και λειτουργικός ή όταν αντιλαμβάνεται πως οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές προς τον εαυτό και τους γύρω του δεν τον βοηθούν να ζει ικανοποιητικά και ουσιαστικά τη ζωή του.
Δεν χρειάζεται κάποιος να αντιμετωπίζει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα για να επισκεφτεί έναν ειδικό. Χρειάζεται να είναι απλά ένας συνηθισμένος άνθρωπος που βρίσκεται σε σύγχυση, ένας άνθρωπος που νιώθει ότι τα εμπόδια, τα αδιέξοδα και οι εσωτερικές του συγκρούσεις είναι περισσότερα από τα μέσα που διαθέτει για να τα αντιμετωπίσει.
Η μέριμνα για την ψυχική μας υγεία είναι επένδυση και αναπόσπαστο κομμάτι της αυτοφροντίδας μας και μιας ποιοτικά καλής ζωής.
Ποιές είναι οι διαφορές ανάμεσα στον ψυχολόγο, τον ψυχίατρο και τον ψυχοθεραπευτή;
Η Ψυχολογία είναι μια εφαρμοσμένη, ακαδημαϊκή επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αποκτώντας κανείς το πτυχίο της Ψυχολογίας, μπορεί να αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το κράτος και να ονομάζεται Ψυχολόγος.
Ωστόσο, επειδή οι βασικές σπουδές της Ψυχολογίας παρέχουν γενικές και ακαδημαϊκές γνώσεις, δεν αρκεί κάποιος να είναι ψυχολόγος για να δουλέψει θεραπευτικά. Για να γίνει κανείς Ψυχοθεραπευτής, χρειάζεται να ακολουθήσει εξειδίκευση σε κάποια θεραπευτική προσέγγιση (π.χ. Ψυχανάλυση, Συστημική Ψυχοθεραπεία, Cognitive Behavioral Therapy, κ.α.), διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων ετών, η οποία παρέχεται από πιστοποιημένους οργανισμούς, ινστιτούτα και εταιρείες και περιλαμβάνει θεωρητική κατάρτιση, προσωπική θεραπεία και πρακτική άσκηση υπό εποπτεία.
Η Ψυχιατρική, από την άλλη, είναι κλάδος της Ιατρικής. Περιλαμβάνει την πρόληψη, τη διάγνωση και την αντιμετώπιση ψυχικών νοσημάτων και δυσλειτουργιών, καθώς και τη χορήγηση και δοσολογία ψυχικών φαρμάκων.
Ένας Ψυχολόγος δεν είναι γιατρός και δεν έχει το νόμιμα δικαίωμα συνταγογράφησης, όπως ένας Ψυχίατρος. Ένας Ψυχίατρος μπορεί να είναι και Ψυχοθεραπευτής, εφόσον έχει ολοκληρώσει την προαναφερθείσα εξειδίκευση σε κάποιο μοντέλο ψυχοθεραπείας.
Ένας Ψυχοθεραπευτής χρειάζεται απαραιτήτως να είναι Ψυχολόγος ή Ψυχίατρος, αλλά ένας Ψυχολόγος ή ένας Ψυχίατρος δεν εννοείται ότι είναι και Ψυχοθεραπευτής.
Λόγω των παρανοήσεων γύρω από αυτά τα επαγγέλματα, όταν κανείς επισκέπτεται έναν ειδικό ψυχικής υγείας, έχει το δικαίωμα να ρωτήσει αν είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος που δηλώνει, να λάβει πληροφορίες για το ψυχοθεραπευτικό μοντέλο που χρησιμοποιεί και να ενημερωθεί για την εκπαίδευση που έχει λάβει και τους φορείς που την παρείχαν.
Τί είναι η ψυχοθεραπεία;
Ψυχοθεραπεία είναι η εφαρμογή μεθόδων που προέρχονται από την επιστήμη της ψυχολογίας και στόχο έχει την αντιμετώπιση ψυχολογικών δυσκολιών, την παροχή βοήθειας στο άτομο, ώστε να μεταβάλλει συμπεριφορές, σκέψεις, συναισθήματα και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του προς την επιθυμητή του κατεύθυνση.
Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία βασίζεται και ενισχύεται από τη θεραπευτική συμμαχία που διαμορφώνεται ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο, η οποία περιλαμβάνει τη δημιουργία της θεραπευτικής σχέσης και τον συνεργατικό καθορισμό των στόχων της διαδικασίας, που εγγενώς αποτελεί και μια διαδρομή αυτογνωσίας για τον καθένα.
Βασικοί στόχοι της ψυχοθεραπείας είναι η ανακούφιση των συμπτωμάτων, η μείωση της εμφάνισης ή της έντασης μελλοντικών συμπτωμάτων, η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ατόμου, η προαγωγή της προσαρμοστικής λειτουργίας του ατόμου στα συστήματα που ανήκει και άλλα οφέλη που καθορίζονται και προκύπτουν από τη συνεργασία του θεραπευτή με τον εκάστοτε θεραπευόμενο.
Είναι ταυτόσημοι οι όροι Ψυχανάλυση και Ψυχοθεραπεία;
Η ταύτιση των δύο όρων είναι μια συνήθης σύγχυση, που δεν ισχύει. Η Ψυχανάλυση είναι μια συγκεκριμένη μορφή ψυχοθεραπείας που αναπτύχθηκε από τον S. Freud στις αρχές του 20ου αιώνα.
Η Ψυχοθεραπεία αποτελεί έναν ευρύτερο όρο από αυτόν της Ψυχανάλυσης, καθώς αναφέρεται σε διάφορες μεθόδους παρέμβασης που στοχεύουν στη βελτίωση της ψυχικής υγείας και ευεξίας του ατόμου. Υπάρχουν εκατοντάδες μορφές ψυχοθεραπείας και η καθεμιά βασίζεται σε διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο και χρησιμοποιεί ανάλογη μεθοδολογία και τεχνικές.
Τί είναι η Συστημική Ψυχοθεραπεία;
Δείτε εδώ.
Πόσο αποτελεσματική είναι η Ψυχοθεραπεία;
Τα οφέλη της ψυχοθεραπείας είναι κοινώς αποδεκτά στην επιστημονική κοινότητα, καθώς και ερευνητικά τεκμηριωμένα. Επίσης, υπάρχουν ανεξάρτητα από το είδος του προβλήματος που φέρνει αρχικά το άτομο σε επαφή με τη διαδικασία, επειδή κυρίως εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά του ατόμου, τον θεραπευτή και τη μεταξύ τους σχέση.
Τα αποτελέσματα της ψυχοθεραπείας είναι ανάλογα, αν όχι καλύτερα από αυτά της φαρμακοθεραπείας, με το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι διαρκούν περισσότερο στον χρόνο.
Η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας ορίζεται από την επίλυση προβλημάτων, τη μείωση των συμπτωμάτων και τη βελτίωση της λειτουργικότητας του ατόμου στην κοινωνική και διαπροσωπική του ζωή. Μετα-αναλυτικά δεδομένα υποστηρίζουν πως το 75% του πληθυσμού που κάνει ψυχοθεραπεία παρουσιάζει αυτά τα οφέλη μετά από περίπου έναν χρόνο ψυχοθεραπείας σε εβδομαδιαία βάση (Lambert & Vermeersch, 2002; McAleavey, 2017). Όπως οι περισσότερες θεραπευτικές προσεγγίσεις, έτσι και η Συστημική Ψυχοθεραπεία παρουσιάζει μεγάλη αποτελεσματικότητα σε ένα εύρος συμπτωμάτων και δυσκολιών (Carr, 2009).
Γιατί να επισκεφτεί κανείς έναν ψυχοθεραπευτή, εφόσον μπορεί να απευθυνθεί σε συγγενείς, φίλους ή άλλα οικεία άτομα;
Πράγματι, το υποστηρικτικό δίκτυο του καθένα είναι πολύτιμο και χρειάζεται να αξιοποιείται όταν κανείς αισθάνεται ότι χρειάζεται βοήθεια.
Υπάρχουν, όμως, βασικές διαφορές ανάμεσα σε ένα οικείο άτομο και τον ψυχοθεραπευτή. Ένας φίλος/συγγενής, όσο κι αν διέπεται από τις καλύτερες προθέσεις για την παροχή υποστήριξης, δεν κατέχει την κατάρτιση ενός ψυχοθεραπευτή, ούτε τις κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές που μπορούν να βοηθήσουν το άτομο.
Ένα οικείο πρόσωπο μπορεί να πάρει θέση και να καθοδηγήσει το άτομο σε κάποιες επιλογές, επηρεασμένο από δικά του συναισθήματα. Αντιθέτως, ο ψυχολόγος βοηθά το άτομο να ανακαλύψει τα οφέλη και τα κόστη κάθε επιλογής από μόνο του.
Ο ψυχολόγος έχει μάθει να διατηρεί μια ασφαλή συναισθηματική απόσταση από τον θεραπευόμενο, σε αντίθεση με κάποιον φίλο ή συγγενή. Ο ρόλος του είναι να αφουγκραστεί τον θεραπευόμενο, χωρίς να αφήνει το συναίσθημά του να τον επηρεάσει.
Παρόλο που συχνά η θεραπευτική σχέση περιλαμβάνει εγγύτητα, ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας φροντίζει να διατηρεί ακέραια την κρίση του, χωρίς να παρασύρεται από τις προσωπικές του αξίες και πεποιθήσεις. Τέλος, ο ψυχολόγος παρέχει τις υπηρεσίες του επ’ αμοιβή. Αυτό είναι κάτι που αλλάζει τη φύση της σχέσης μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου, καθώς η αμοιβή συμβολίζει ότι κανείς απευθύνεται σε έναν ειδικό, ο οποίος είναι εκεί για να παράσχει τις υπηρεσίες του με επαγγελματικότητα και αξιοπιστία, κάτι που δεν συμβαίνει ανάμεσα σε φίλους ή συγγενείς.
Πώς διασφαλίζεται το απόρρητο στην ψυχοθεραπεία;
Η διασφάλιση του απορρήτου είναι καθοριστική στη συνεργασία ενός ατόμου με έναν ειδικό ψυχικής υγείας, καθώς πρόκειται για μια συνθήκη στην οποία ο θεραπευόμενος χρειάζεται να γνωρίζει ότι μπορεί να εκφραστεί με ανοιχτότητα και ασφάλεια.
Οι θεραπευτές δεσμεύονται από τον κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας, που ορίζει πως ο ψυχοθεραπευτής «πρέπει να τηρεί την απόλυτη εχεμύθεια για όσα μαθαίνει ή αντιλαμβάνεται κατά την άσκηση του επαγγέλματός του» (Νόμος 991/1979). Συνεπώς, δεν παρέχει σε τρίτους καμία πληροφορία χωρίς τη ρητή έγκριση του θεραπευόμενου.
Το απόρρητο αίρεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου ο ψυχολόγος έχει αντιληφθεί ότι κινδυνεύει η ζωή, η ασφάλεια ή η σωματική ακεραιότητα του θεραπευόμενου ή τρίτων προσώπων. Στην περίπτωση αυτή, η κοινοποίηση πληροφοριών γίνεται μόνο σε αρμόδια πρόσωπα ή φορείς (π.χ. οικείους, κηδεμόνα, δικαιοσύνη).
Πώς βρίσκει κανείς τον θεραπευτή που του ταιριάζει;
H αναζήτηση ενός θεραπευτή μπορεί να ξεκινήσει από το οικογενειακό, το κοινωνικό ή το επαγγελματικό περιβάλλον του ενδιαφερόμενου, καθώς φυσικά και από το διαδίκτυο.
Η επιλογή, ωστόσο, μετά την αναζήτηση, είναι μια σύνθετη διαδικασία, που βασίζεται τόσο σε αντικειμενικά, όσο και σε υποκειμενικά κριτήρια. Αρχικά, ο κάθε ενδιαφερόμενος χρειάζεται να ερευνήσει τα επαγγελματικά προσόντα και την κατάρτιση του υποψήφιου θεραπευτή του, δηλαδή τις σπουδές και την εκπαίδευσή του, την εξειδίκευσή του σε κάποια θεραπευτική προσέγγιση ή στην αντιμετώπιση κάποιου συγκεκριμένου συμπτώματος και την αξιοπιστία των φορέων εκπαίδευσης και εξειδίκευσης του θεραπευτή. Αυτές είναι πληροφορίες που μπορεί κανείς να αναζητήσει στο διαδίκτυο ή να ρωτήσει σε μια πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία ή στην πρώτη συνάντηση με τον θεραπευτή.
Εκτός από τα αντικειμενικά κριτήρια, είναι σημαντικό κανείς να έχει στον νου του πως η θεραπευτική σχέση είναι μια πολύ προσωπική διαδικασία και κανένας ψυχολόγος δεν είναι κατάλληλος για όλους τους ανθρώπους. Μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος που νιώθει κανείς και που σχετίζεται με τον ειδικό ψυχικής υγείας. Η δέσμευση στη θεραπευτική διαδικασία και η αποκόμιση των μέγιστων οφελών της έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτευχθεί όταν ο θεραπευόμενος νιώθει άνετα να μιλήσει στον θεραπευτή και αισθάνεται πως υπάρχει η κατάλληλη «χημεία» μεταξύ τους. Παρόλο που αυτό είναι κάτι που χτίζεται σταδιακά, η αίσθηση που έχει κανείς όταν μπαίνει στο γραφείο του θεραπευτή και στις πρώτες συναντήσεις μαζί του είναι κατατοπιστικές ενδείξεις για τη λήψη μιας απόφασης.
Τί συμβαίνει στην πρώτη συνεδρία με τον ψυχοθεραπευτή;
Η πρώτη συνεδρία βοηθά τόσο τον ενδιαφερόμενο όσο και τον θεραπευτή να σχηματίσουν μια πρώτη εικόνα ο ένας για τον άλλον και να πάρουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσο θα ήταν γόνιμη η συνεργασία τους.
Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη επαφή δίνει την ευκαιρία στον θεραπευόμενο να πάρει πληροφορίες για τον θεραπευτή και να θέσει ερωτήματα για πρακτικά ζητήματα, όπως τις χρεώσεις, την πολιτική ακυρώσεων, το απόρρητο, τη διαθεσιμότητα του θεραπευτή, καθώς και τη γενικότερη πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας. Επίσης, ο θεραπευόμενος καλείται να συζητήσει ανοιχτά για τον λόγο της επίσκεψής του και το υπάρχον πρόβλημά του και δίνει ένα πιο ολοκληρωμένο στίγμα για τις ανάγκες και τις προσδοκίες του από τη διαδικασία.
Η πρώτη συνεδρία έχει χαρακτήρα γνωριμίας και δεν περιλαμβάνει κάποια ψυχοθεραπευτική παρέμβαση ή παροχή συμβουλών. Στόχος της είναι να διευκολύνει και να υποστηρίξει τον ενδιαφερόμενο στην αναζήτηση του κατάλληλου επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Πόσο διαρκεί η ψυχοθεραπεία;
Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός, έχει τη δική του ιδιαίτερη ιστορία, τον προσωπικό του ρυθμό και τις δικές του ανάγκες από τη θεραπευτική διαδικασία. Επιπλέον, η ψυχοθεραπεία είναι μια αλληλεπιδραστική και δυναμική διαδικασία, κάτι που επηρεάζει τη διάρκειά της.
Κάποιες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, επίσης, είναι εκ φύσεως βραχυπρόθεσμες και άλλες πιο μακροχρόνιες. Γενικότερα, όμως, η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει στην καλλιέργεια σχέσεων εξάρτησης με τον θεραπευόμενο, που να τον κρατούν μακροχρόνια «δέσμιο», παραγνωρίζοντας τις ανάγκες του. Από την άλλη, η προσδοκία «μαγικών» και γρήγορων λύσεων σε πιο απαιτητικά αιτήματα, που χρειάζονται δέσμευση και χρόνο μπορεί να καλλιεργήσει μόνο αυταπάτες και σύντομη απογοήτευση με τη θεραπευτική διαδικασία.
Μια απλουστευμένη, αλλά ειλικρινής απάντηση, λοιπόν, είναι πως η ψυχοθεραπεία διαρκεί όσο καιρό επιθυμεί ο θεραπευόμενος. Όταν κανείς αισθανθεί καλύτερα και κρίνει ότι έχει επιτύχει τους στόχους που είχε θέσει αρχικά, μπορεί – σε συνεργασία με τον θεραπευτή του – να ολοκληρώσει τη διαδικασία.
Πότε είναι απαραίτητη η λήψη φαρμακευτικής αγωγής;
Ο εγκέφαλος αποτελείται από νευρικά κύτταρα, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους σε ένα περίπλοκο δίκτυο. Η επιστημονική μελέτη αυτού του δικτύου έχει καταφέρει να δημιουργήσει φάρμακα που βοηθούν στην αντιμετώπιση ψυχιατρικών προβλημάτων. Αρμόδιος για τη χορήγηση των σκευασμάτων είναι ο Ψυχίατρος. Ο Ψυχολόγος, σε περίπτωση που κρίνει απαραίτητη ή χρήσιμη την χορήγησή τους, θα παραπέμψει το άτομο σε κάποιον συνεργαζόμενο ψυχίατρο, έτσι ώστε να γίνει η κατάλληλη διάγνωση και να δοθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
Τα φάρμακα αποτελούν ακόμη ένα εργαλείο που έχουν στα χέρια τους οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας για να βοηθούν άτομα που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Η χρησιμότητά τους είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη, αλλά η λήψη τους δεν είναι πάντα ωφέλιμη ή απαραίτητη στην προσπάθεια αντιμετώπισης μιας διαταραχής ή μιας συναισθηματικής δυσκολίας που βιώνει το άτομο. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η φαρμακευτική αγωγή είναι απαραίτητη και άλλες όπου θα ήταν ωφέλιμο να αποφεύγεται, ενώ υπάρχουν συνθήκες στις οποίες ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας φέρει τα καλύτερα αποτελέσματα.
Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στη δια ζώσης και τη διαδικτυακή ψυχοθεραπεία;
Η ψυχοθεραπεία μέσω διαδικτύου έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική με τη δια ζώσης θεραπεία (Bristol University, 2009; 2015), καθώς ο ψυχολόγος εφαρμόζει ακριβώς τον ίδιο κώδικα δεοντολογίας, τη θεραπευτική συμμαχία, το απόρρητο και τις επιστημονικές του γνώσεις. Δείτε περισσότερα εδώ.
